Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε;

Τι είναι το Ξέπλυμα χρήματος;

Τι είναι το Ξέπλυμα χρήματος;

Στόχος ενός μεγάλου αριθμού εγκληματικών πράξεων είναι το κέρδος για το άτομο ή την ομάδα που διενεργεί την πράξη. Το ξέπλυμα χρήματος είναι η επεξεργασία αυτών των εγκληματικών εσόδων για απόκρυψη της παράνομης προέλευσής τους. Αυτή η επεξεργασία είναι κρίσιμης σημασίας, καθώς παρέχει τη δυνατότητα στον εγκληματία να απολαύσει αυτά τα έσοδα χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την πηγή τους.

Οι παράνομες πωλήσεις όπλων, το λαθρεμπόριο, και οι δραστηριότητες οργανωμένου εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων για παράδειγμα της διακίνησης ναρκωτικών και των κυκλωμάτων πορνείας, μπορούν να αποφέρουν τεράστια ποσά εσόδων. Τα σχέδια υπεξαίρεσης, εμπορίας εσωτερικών πληροφοριών και ηλεκτρονικής απάτης μπορούν επίσης να αποφέρουν μεγάλα κέρδη και να δημιουργήσουν κίνητρο για «νομιμοποίηση» των παράνομα αποκτηθέντων εσόδων μέσω ξεπλύματος χρημάτων.

Όταν μια εγκληματική δραστηριότητα αποφέρει σημαντικά κέρδη, το άτομο ή η ομάδα που εμπλέκεται πρέπει να βρει ένα τρόπο για να ελέγξει τα κεφάλαια χωρίς να τραβήξει την προσοχή στην υποκείμενη δραστηριότητα ή στα εμπλεκόμενα άτομα. Οι εγκληματίες το κάνουν αυτό μέσω κάλυψης των πηγών, αλλάζοντας την μορφή, ή μεταφέροντας τα κεφάλαια σε μέρος όπου είναι λιγότερο πιθανό να τραβήξουν την προσοχή.

Ως απάντηση στην αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με το ξέπλυμα χρήματος, η Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης για τη καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (FATF) ιδρύθηκε από τη Σύνοδο Κορυφής της G-7 στο Παρίσι το 1989, για την ανάπτυξη μιας συντονισμένης διεθνούς δράσης. Ένα από τα πρώτα καθήκοντα της FATF ήταν η ανάπτυξη, 40 συνολικά, συστάσεων οι οποίες καθορίζουν τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι εθνικές κυβερνήσεις για εφαρμογή αποτελεσματικών προγραμμάτων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Τι είναι το AML;

Ο όρος «καταπολέμηση νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» (AML) αναφέρεται συγκεκριμένα σε όλες τις πολιτικές και τα νομοθετήματα που αναγκάζουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρακολουθούν προληπτικά τους πελάτες τους, προκειμένου να αποτρέψουν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και διαφθορά.

Οι διαδικασίες και οι πολιτικές AML συντονίζονται από τις εθνικές αρχές (π.χ NCS στο Ηνωμένο Βασίλειο) και από τους διεθνής οργανισμούς (π.χ FATF ή το Γραφείο του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα). Όλοι εργάζονται συνεχώς σε απαιτητικές δραστηριότητες καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Ο κανονισμός της AML βασίζεται στην 5η Οδηγία για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες δραστηριότητες:

Στις 19 Ιουνίου 2018, η 5η Οδηγία για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (Οδηγία 2018/843 (ΕΕ)), η οποία τροποποίησε την 4η οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα Κράτη Μέλη έπρεπε να μεταφέρουν αυτή την Οδηγία στο εσωτερικό Δίκαιο μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2020.

Αυτές οι τροποποιήσεις επέφεραν ουσιαστική βελτίωση προς τον καλύτερο εξοπλισμό της Ένωσης, για αποτροπή της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για χρηματοδότηση τρομοκρατικών ενεργειών.

Αυτές οι τροποποιήσεις θεσπίστηκαν με σκοπό:

  • Τη διεύρυνση της διαφάνειας μέσω δημιουργίας μητρώων διαθέσιμων στο κοινό για εταιρείες, ενώσεις ομοειδών επιχειρήσεων και άλλες νομικές μορφές.
  • Τη διεύρυνση των εξουσιών των Μονάδων Χρηματοοικονομικών πληροφοριών της ΕΕ και την παροχή πρόσβασης σε ευρείες πληροφορίες για εκτέλεση των καθηκόντων τους.
  • Τον περιορισμό της ανωνυμίας που σχετίζεται με εικονικά νομίσματα και παρόχους υπηρεσιών πορτοφολιών, καθώς επίσης και προπληρωμένων καρτών.
  • Τη διεύρυνση των κριτηρίων αξιολόγησης τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου και τη βελτίωση των διασφαλίσεων για χρηματοπιστωτικές συναλλαγές από και προς αυτές τις χώρες.
  • Τη δημιουργία μητρώων ή συστημάτων ανάκτησης λογαριασμών της κεντρικής τράπεζας σε όλα τα Κράτη Μέλη.
  • Τη βελτίωση της συνεργασίας και διεύρυνση των πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μεταξύ τους και μεταξύ αυτών και των εποπτικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
  • Σχετικά Άρθρα